Δευτέρα, Φεβρουαρίου 10, 2014

Τελικά, θα πάμε αδιάβαστοι;


* Στην Ελλάδα το στραβό κλήμα της αναγνωστικής κουλτούρας το έφαγε και ο γάιδαρος της τηλεόρασης

Σύμφωνα με το πρόσφατο Ευρωβαρόμετρο, ενώ ο μέσος ευρωπαϊκός όρος των ατόμων που δήλωσαν ότι κατά τον προηγούμενο χρόνο δεν είχαν ανοίξει βιβλίο είναι 42,1%, τα ποσοστά για την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία ήταν κατά πολύ υψηλότερα. Αντίθετα, η αναγνωστική αποχή είναι εξαιρετικά χαμηλή στη Σουηδία, τη Φινλανδία και τη Βρετανία.
Οσο ξέρω, καμιά επιτροπή δεν μελετά αυτή τη στιγμή τα ευρήματα για την αναγνωστική μας ανορεξία. Το πρόβλημα γίνεται αντικείμενο περιστασιακής φλυαρίας κάθε φορά που εορτάζουμε το «βιβλίο» στο Αρειο Αλσος της πρωτεύουσας ή στο παραλιακό άνυσμα της συμπρωτεύουσας. Κατά καιρούς, κάποια δεσποσύνη της κρατικής τηλοψίας αναλαμβάνει να μας υπενθυμίσει αποσπάσματα από λογοτεχνικές σελίδες σε χρόνο ανάλογο με αυτόν που διαθέτει ο Λουμίδης για να διαφημίσει τα χαρμάνια του. Και αφού δεν υπάρχει «επαγγελματική» κοινωνιολογία του διαβάσματος, ερασιτέχνες (όπως ο γράφων, καλή ώρα) αυτοεξουσιοδοτούνται να καταθέτουν το μακρύ τους και το κοντό τους.
Ετσι, σύμφωνα με μια ερασιτεχνική, αλλά ευρείας αποδοχής, ερμηνεία, οι κάτοικοι της «ωραιότερης χώρας του κόσμου» δεν έχουν λόγους να κλειστούν στους τέσσερις τοίχους (για να διαβάσουν) όταν η αγαθή μοίρα τούς επιτρέπει να αυλίζονται, να περιφέρονται και να εποχούνται ηλιόλουστοι τουλάχιστον κατά τις τρεις από τις τέσσερις εποχές του Βιβάλντι - ενώ τα ανήλιαγα στίφη του Βορρά διαβάζουν, την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενα. Το άλλοθι είναι έξυπνο, αλλά ενώ εξηγεί γιατί απέχουμε από ογκώδεις τόμους δεν εξηγεί γιατί, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο, μόνο το ένα πέμπτο διαβάζει συχνά εφημερίδες, που ασφαλώς απαιτούν λιγότερο χρόνο και που διαβάζονται σε καθημερινή βάση από τα τρία τέταρτα των Φινλανδών και των Σουηδών και από το 60% και πλέον των Γερμανών. Αν η «κλιματολογική» ερμηνεία είναι σαθρή, η επίκληση του «εισοδηματικού» παράγοντα θα ήταν γελοία: η ίδια έρευνα έχει καταδείξει ότι ενώ οι δημόσιες βιβλιοθήκες του Βορρά υποδέχονται σταθερά σεβαστό αριθμό επισκεπτών, οι αντίστοιχες του Νότου είναι τα πιο ήσυχα μέρη μετά τα κοιμητήρια.
Η πραγματική εξήγηση, σύμφωνα με τον ελβετό αναλυτή Ekkehard Kraft, έχει μεγάλο ιστορικό βάθος. Ενώ μέχρι το τέλος περίπου του 15ου αιώνα οι αναλφάβητοι ήταν ισομερώς κατανεμημένοι στην Ευρώπη, στη συνέχεια δρομολογήθηκαν σημαντικές διαφοροποιήσεις, δεδομένου ότι οι χώρες του βόρειου και του βορειοδυτικού ευρωπαϊκού τόξου που προσεχώρησαν στη Μεταρρύθμιση μείωσαν δραματικά τα ποσοστά αναλφαβητισμού επειδή οι Μεταρρυθμιστές θεωρούσαν απαράβατο χριστιανικό καθήκον την ανάγνωση της Βίβλου και οι αρχές μερίμνησαν για τη διάδοση της ικανότητας για ανάγνωση και γραφή. Αργότερα η Βίβλος ως ανάγνωσμα υπεχώρησε αλλά η εγγραμματοσύνη και η αναγνωστική παράδοση έμειναν· έτσι σήμερα οι χώρες που διαθέτουν τους πιο διαβαστερούς πληθυσμούς είναι εκείνες που ανήκουν στην προτεσταντική παράδοση.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η Μεταρρύθμιση συνετέλεσε στη μείωση του αναλφαβητισμού ακόμη και σε χώρες με ισχυρή ρωμαιοκαθολική παράδοση, επειδή οι ανάγκες της αντι-Μεταρρύθμισης υπαγόρευαν την απόκτηση ικανότητας για ανάγνωση και γραφή. Ετσι, παρά τη σχετική καθυστέρηση, τα ποσοστά των «αναγνωστών» ανέβηκαν θεαματικά και σε χώρες όπως η Γαλλία και η Αυστρία. Το δεύτερο μεγάλο τονωτικό της αναγνωστικής όρεξης προσέφερε ο Διαφωτισμός του 18ου αιώνα, ενώ η βιομηχανική επανάσταση του 19ου προσέθεσε εργάτες και γυναίκες στη διογκούμενη «αναγνωστική» τάξη.
Η εικόνα είναι διαφορετική στον Νότο. Η Μεταρρύθμιση άφησε αδιάφορους τους Καθολικούς της Ιβηρικής και της Νότιας Ιταλίας, ενώ ανατολικότερα η ελληνική Ορθοδοξία είχε να αντιμετωπίσει πολύ σοβαρότερα προβλήματα επιβίωσης. Στον Νότο, εξάλλου, ο Διαφωτισμός δεν έφτασε παρά μόνο σε μικρούς θυλάκους διανοουμένων, ενώ ο αναλφαβητισμός άρχισε να υποχωρεί αισθητά στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα για να περιοριστεί σε ελεγχόμενα επίπεδα μόλις μετά το τέλος του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου.
Παρά το γεγονός ότι, για τους παραπάνω λόγους, καθυστέρησε σημαντικά η ανάπτυξη της αναγνωστικής μας κουλτούρας, η ψαλίδα θα μπορούσε να κλείσει με γρήγορους ρυθμούς αν το τέλος του αναλφαβητισμού δεν συνέπιπτε χρονικά με τη «μιντιακή» επανάσταση του 20ού αιώνα και κυρίως με την εισβολή της τηλεόρασης κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του. Ετσι, ενώ αλλού, εξαιτίας μιας παγιωμένης και ώριμης αναγνωστικής παράδοσης, υπήρχαν, και υπάρχουν, ισχυρές αντιστάσεις, στην Ελλάδα το στραβό κλήμα της «υπό ανάπτυξιν» αναγνωστικής κουλτούρας το έφαγε και ο γάιδαρος της τηλεόρασης. Αν ρίξουμε μια τελευταία ματιά στο Ευρωβαρόμετρο, θα δούμε ότι οδηγούμε την κούρσα της ευρωπαϊκής τηλεθέασης.
Αν πιστεύουμε ότι αυτό δεν είναι πρόβλημα, μπορούμε να συνεχίσουμε αμέριμνα το «ζάπινγκ». Αν, όμως, είναι, να το δούμε πιο σοβαρά. Γιατί στη χώρα αυτή έχουμε μεν εθιστεί στις αντιφάσεις, αλλά το να διοργανώνουμε κοσμικές συνάξεις με πρόσχημα το βιβλίο ή το να έχουμε περισσότερους σπουδαστές στην ανώτατη εκπαίδευση από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, ενώ το Ευρωβαρόμετρο στο βάθος μάς χαμογελάει με σαρδόνιο χαμόγελο, δεν είναι απλή αντίφαση - είναι κάτι ακατονόμαστα χειρότερο.
 
Ο κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Πηγή: tovima.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Μηχανή αναζήτησης ελληνικών ψηφιακών βιβλιοθηκών

Περί Βιβλίων & Βιβλιοθηκών